ψῆφος, -ου, ἡ | ψιττακός | ψεύδω | ψόφος, -ου, ὁ

ψῆφος, -ου, ἡ

external image stonehenge.jpg


piedra



Casο
Singular

Plural
Nominativo
ψῆφος

ψῆφοι
Vocativo
ψῆφε

ψῆφοι
Acusativo
ψῆφον

ψήφους
Genitivo
ψήφου

ψήφων
Dativo
ψήφῳ

ψήφοις




ψιττακός




Loro




external image fraude-enga%C3%B1o-mentira-hotmail-contrase%C3%B1a-usuario-messenger.jpgψεύδω


Traducción: engañar

Derivados etimológicos: seudónimo, seudohermafrodita.
ψεύδω
ψεύδεις
ψεύδει
ψεύδομεν
ψεύδετε
ψεύδουσι



ψόφος, -ου, ὁ

external image ruido-t14111.jpg
ruido

ὁ δὲ ψόφος ἔχθεος ἀρχή


N
ψόφος
ψόφοι
A
ψόφον
ψόφους
G
ψόφου
ψόφων
D
ψόφ
ψόφοις