σέλινον, ου τό | σελήνη | σιγάω | σιτίον | σιωπάω | σκάπτω | σκῆπτρον, ου τό | σκιά | σκληρός, ά, όν | σκοπέω | σκόροδον, ου τό | σκρίνιον | στάδιον, ου τό | σταφυλή, ης ἡ | στέγη | στῆθος | στήλη, -ης, ἡ | στόμα, τος | στρέφω | στρογγύλος, η, ον | σφάζω | σφραγίδιον | σφραγισμός | σύ | συκῆ, ῆς ἡ | σῦκον, ου τό | συλλέγω | σὺν | σῶμα, ος

σέλινον, ου τό

CC Dave Morris
CC Dave Morris

N
σέλινον
σέλινα
V
σέλινον
σέλινα
A
σέλινον
σέλινα
G
σελίνου
σελίνων
D
σελίνῳ
σελίνοις

Apio

Ejemplo:


σελήνη

external image lluna.jpg


Luna






σιγάω


Callarse


σιτίον

external image 236273536_7bdf7ecf36.jpg?v=0


N σιτίον σιτία
A σιτίον σιτία

G σιτίου σιτίων
D σιτίῳ σιτίοις



Alimento


σιωπάω


Callarse


σκάπτω

σκάπτω
σκάπτεις
σκάπτει
σκάπτομεν
σκάπτετε
σκάπτουσι

Cavar


σκῆπτρον, ου τό


Palo, bastón

Definición: σκῆρπτον ἐστιν ὂργανον του παρψωδου, ᾧ παíει τὴν γῆν ·



σκιά


Sombra



σκληρός, ά, όν


N
σκληρός
σκληρά
σκληρόν
A



G



D





N



A



G



D




Difícil, duro, rígido

Ejemplo:

Derivados etimológicos:


σκοπέω


σκοπῶ






Observar, examinar

Ejemplo:

Derivados etimológicos:


σκόροδον, ου τό

CC Olga Díez
CC Olga Díez


N
σκόροδον

V


A


G


D



Ajo

Ejemplo:

Derivado etimológico:


σκρίνιον

external image estuche_fieltro-65580.jpg




Estuche







στάδιον, ου τό


N
στάδιον
στάδια
A
στάδιον
στάδια
G
στάδιου
στάδιῶν
D
στάδιῳ
στάδιοις
A



G



D




N



A



G



D




Estadio


Derivado etimológico:





σταφυλή, ης ἡ







Racimo de uvas



στέγη

http://soundcloud.com/adrianmonfort/tejado

tejado
tejado.jpg



στῆθος


Pecho (parte de los pulmones)


στήλη, -ης, ἡ


http://soundcloud.com/adrianmonfort/columna


Columna
columna.jpg



στόμα, τος


N στόμα στόματαexternal image boca.jpg
V στόμα στόματα
A στόμα στόματα
G στόματος στόματων
D στόματι στόμασι



Boca




στρέφω



Girar, revolver


στρογγύλος, η, ον


N
στρογγύλος
στρογγύλη
στρογγύλον
A



G



D





N



A



G



D




Redondo

Ejemplo:

Derivado etimológico:



σφάζω


σφάζω
σφάζεις
σφάζει
σφάζομεν
σφάζετε
σφάζουσι

Sacrificar

ἐγὼ σφάζω χοίρους



external image sello_39098.jpg

σφραγίδιον

σφραγισμός





Sello - Sellado



σύ


Pronombre personal

N
σύ
A
σέ, σε
G
σοῦ, σου
D
σοί, σοι




Ejemplo:


συκῆ, ῆς ἡ

CC Joan Grífols
CC Joan Grífols

N
συκῆ

V


A


G


D



Higuera

Ejemplo:
Derivados etimológicos:



σῦκον, ου τό

CC Joan Grífols
CC Joan Grífols

N

σῦκον


V



A



G


D



Higo

Ejemplo:

Derivado etimológico: sicofanta.


συλλέγω





Reunir

σὺν

+ dativo
preposición
con





σῶμα, ος

external image 4643929998669561.jpg

N σῶμα σώματα
V σῶμα σώματα
A σῶμα σώματα
G σώματος σώματων
D σώματι σώμασι



Cuerpo