ῥάβδος, ἡ | ῥᾴδιος, α, ον | ῥάπτω | ῥάφανος, ου ὁ | ῥεω | ῥίς, ος | ῥόδινος, -η, -ον | ῥόδον, ου τό | ῥύγχος, εος, τό | ῥυθμός-οῦ, ὁ

ῥάβδος, ἡ


bastón
ῥάβδος ἐστι ὂργανον ᾦ ελκει ὁ ἄνθρωπος


ῥᾴδιος, α, ον



Fácil


ῥάπτω


Urdir, tramar

ῥάφανος, ου ὁ

CC elApartadero
CC elApartadero

N
ῥάφανος

V


A


G


D



Col

Ejemplo:



ῥεω


fluyo, fluir









ῥίς, οςexternal image 3966033621_e47d14406e.jpg


N ῥίς ῥινες
V ῥίς ῥινες
A ῥινα ῥινας
G ῥινός ῥινων
D ῥινί ῥισι



Nariz

Derivados etimológicos: Rinoceronte, otorrinolaringólogo...






ῥόδινος, -η, -ον

Traducción: fucsia. adj.

Declinación:

Singular:

4628521445_9cd5ea475c_z.jpg

Nom.

ῥόδινος

ῥόδινη

ῥόδινον

Acus.

ῥόδινον

ῥόδινην

ῥόδινον

Gent.

ῥοδίνου

ῥοδίνης

ῥοδίνου

Dat.

ῥοδίν

ῥοδίν

ῥοδίνῳ

Plural:

Nom.

ροδινοι

ροδιναι

ροδινα

Acus.

ροδινους

ροδινας

ροδινα

Gent.

ροδινων

ροδινων

ροδινων

Dat.

ροδινοις

ροδιναις

ροδινοις

Artículos correspondientes:
Singular
Masculino
Femenino
Neutro
Plural
Masculino
Femenino
Neutro
Nom.


τό

οί
αί
τὰ
Acus.
τόν
τήν
τό

τούς
τάς
τὰ
Gent.
τοῦ
της
του

των
των
των
Dat.
τῳ
τῃ
τῳ

τοις
ταις
τοις


Ejemplo:
  • Yo vivo en la casa fucsia.
  • ἐγὼ οἰκῶ ἐν τῇ ῥοδίνῃ οἰκίᾳ





ῥόδον, ου τό



Rosa



ῥύγχος, εος, τό



diminutivo: ῥυγχίον

Pico (de pájaro), hocico



ῥυθμός-οῦ, ὁ


N ῥυθμός ῥυθμοί
A ῥυθμόν ῥυθμούς
G ῥυθμοῦ ῥυθμῶν
D ῥυθμῷ ῥυθμοῖς

ritmo

Derivado: ritmo