ξανθός, ή, όν | ξηραίνω | ξύλον, -ου, τὸ

ξανθός, ή, όν

external image images?q=tbn:ANd9GcSdwPYexwx3jmqgtKL94aG3ekwOleJ4YGxdi-g3LncVVA90HIBQ
Traducción: Amarillo

Singular
Plural
Ν
ξανθός
ξανθή
ξανθόν
ξανθοί
ξανθαί
ξανθά
A
ξανθόν
ξανθήν
ξανθόν
ξανθούς
ξανθάς
ξανθά
G
ξανθοῦ
ξανθῆς
ξανθοῦ
ξανθῶν
ξανθῶν
ξανθῶν
D
ξανθῷ
ξανθῇ
ξανθῷ
ξανθοῖς
ξανθαῖς
ξανθοῖς

Masculino
Femenino
Neutro
Masculino
Femenino
Neutro




CC Souiki
CC Souiki

ξένος, ὁ


Singular
Plural
N
ξένος
ξένοι
A
ξένον
ξένους
G
ξένος
ξένοω
D
ξένῳ
ξένους


Extranjero

En contexto: ὁ ξένος ἐστι ὅς οἰκεῖ ἀπὸ ἀλλού τοποῦ.

Etimología: Xenofobia, xenón


ξηραίνω



Secar



ξύλον, -ου, τὸ


N ξύλον ξύλα
A ξύλον ξύλα
G ξύλου ξύλων
D ξύλῳ ξύλους

Madera, leña.

Derivado: xilófono.