μᾶζα, ας ἡ | μακέλη, ἡ | μακράν | μακρός, -α, -ον | μάλθα | μάλιστα | μᾶλλον | μανθάνω | μάχη, ης ἡ | μαστός | μέγας, μεγάλη, μέγα | μελανδόχιον | μέλας , αινα , αν | μένω | μέσος, η, ον | μετά | μεταβολή, ῆς, ἡ | μετέχω | μετέωρος, ον | μή | μήν | μήτηρ, μητρός, ἡ | μικρός, ά, όν | μισέω | μισθός, ὁ | μόνος, η, ον | μόριον, ου τό

μᾶζα, ας ἡ
CC Ibán
CC Ibán







Pan de cebada / Pa de civada




μακέλη, ἡ


También μάκελλα, ης, ἡ


Azadón

μακράν

Lejos.jpg


AUDIO



Lejos



μακρός, -α, -ον


Adjetivo.

Grande


μάλθα


N
μάλθα
μάλθαι
Ac.
μάλθαν
μάλθας
Dat.
μάλθης
μάλθων
Ab.
μάλθῃ
μάλθαις
cera




μάλιστα


Adverbio.

Principalmente, mucho, muy




μᾶλλον



Más




μανθάνω


μανθάνω
μανθάνεις
μανθάνει
μανθάνομεν
μανθάνετε
μανθάνουσι

Aprender

Ejemplo:

Derivado etimológico:


μάχη, ης ἡ


N
μάχη
μάχαι
Ac.
μάχην
μάχας
Dat.
μάχης
μάχων
Ab.
μάχῃ
μάχαις



Lucha, batalla


Derivado etimológico:

μαστός


pecho, seno


μέγας, μεγάλη, μέγα


N
μέγας
μεγάλη
μέγα
A
μέγαν
μεγάλην
μέγα
G
μεγάλου
μεγάλης
μεγάλου
D
μεγάλῳ
μεγάλῃ
μεγάλῳ


N
μεγάλοι
μεγάλαι
μεγάλα
A
μεγάλους
μεγάλας
μεγάλα
G
μεγάλων
μεγάλων
μεγάλων
D
μεγάλοις
μεγάλαις
μεγάλοις


Grande

Ejemplo:

Derivados etimológicos:



μελανδόχιον

external image 2977373169_78faebaf6f.jpg



Sustantivo


Tintero, bote para la tinta





μέλας , αινα , αν



negro


μένω


μένω
μένεις
μένει
μένομεν
μένετε
μένουσι

Esperar, permanecer

Ejemplo:

Derivado etimológico:



μέσος, η, ον


N
μέσος
μέση
μέσον
Α
μέσον
μέσην
μέσον
G
μέσου
μέσης
μέσου
D
μέσω
μέσῃ
μέσῳ


N
μέσοι
μέσαι
μέσα
A
μέσους
μέσας
μέσα
G
μέσων
μεσῶν
μέσων
D
μέσοις
μέσαις
μέσοις

Medio, mitad

Ejemplo:

Derivado etimológico:

μεςημϐρίας


medio día


μετά


Preposición.

Fonética: Se aprostrofa ante vocal (μετ΄). La τ cambia a θ si le sigue aspiración (μεθ΄).

Con genitivo: Con
Ejemplo:

Con acusativo: Después de
Ejemplo:

Con dativo: Entre
Ejemplo:

Derivados etimológicos:


μεταβολή, ῆς, ἡ


Cambio




μετέχω



Compartir, tomar parte en (+ genitivo)


external image meteoritos.jpg

μετέωρος, ον


celeste, relativo al cielo


Meteoro


Derivados/ Meteoro, Meteorito, Meteorología





μή


Adverbio.

No


μήν

Partícula

Verdaderamente
En preguntas: τί μήν; Bien, ¿y qué?


μήτηρ, μητρός, ἡ

Madre.JPG

AUDIO


Madre





μικρός, ά, όν


N
μικρός
μικρά
μικρόν
A
μικρόν

μικρόν
G
μικροῦ

μικροῦ
D
μικρῷ

μικρῷ

N
μικροι
μικραί
μικρά
A
μικρούς

μικρά
G
μικρῶν

μικρῶν
D
μικροῖς

μικροῖς

Pequeño

SUPERLATIVO: μικρότατος μικροτάτη μικρότατον
COMPARATIVO: μικρότερος μικρότερα μικρότερον + ἤ
Ejemplo:

Derivados etimológicos:

μισέω


Odiar
Derivados etimológicos: misógino


μισθός, ὁ



Pago




μόνος, η, ον


N
μόνος
μόνη
μόνον
A



G



D




N



A



G



D




Único, solo

Ejemplo:

Derivados etimológicos:


μόριον, ου τό


Parte