ζεστός, -ή, όν | ζῆλος, -ου, ὁ | ζητέω | ζωγρέω

ζεστός, -ή, όν

Artículo: ὁ, ἡ ,το

Significado: Calor, caluroso. Adj
Declinación:5913757704_b38552fdcb_m.jpg
Singular:
Nom.
ζεστός
ζεστή
ζεστόν
Acus.
ζεστόν
ζεστήν
ζεστόν
Gent.
ζεστοῦ
ζεστῆς
ζεστοῦ
Dat.
ζεστῷ
ζεστῇ
ζεστῷ
Plural:
Nom.
ζεστοί
ζεσταί
ζεστά
Acus.
ζεστούς
ζεστάς
ζεστά
Gent.
ζεστῶν
ζεστῶν
ζεστῶν
Dat.
ζεστοῖς
ζεσταῖς
ζεστοῖς
Ejemplo:
  • el verano es caluroso.
  • τὸ θέρος ἐστι ζεστόν.



ζῆλος, -ου, ὁ


N ζῆλος ζῆλοι
A ζῆλον ζῆλους
G ζῆλου ζῆλων
D ζῆλῳ ζῆλοις

celos

Derivado: celos







ζητέω


ζητέῶ
ζητεῖς
ζητεῖ
ζητοῦμεν
ζητεῖτε
ζητοῦσι

Buscar

Ejemplo: τὰ δ’ ᾠὰ ζητοῦμεν ἐν τῷ χωρίῳ ἡμῶν καθ’ ἡμέραν·

Derivado etimológico:



ζωγρέω


ζωγρῶ
ζωγρεῖς
ζωγρεῖ
ζωγροῦμεν
ζωγρεῖτε
ζωγpοῦσι

Aoristo
Ἐζώγρησα
Ἐζώγρησας
Ἐζώγρησε
Ἐζώγρησαμεν
Ἐζώγρησατε
Ἐζώγρησαν

Imperfecto
Ἐζώγρουν
Ἐζώγρεις
Ἐζώγρει
Ἐζώγροῦμεν
Ἐζώγρεῖτε
Ἐζώγρουν

Apresar, coger vivo


ζῷον, ου τό


N
ζῷον

V


A


G
ζῷοὐ

D



Ser vivo

Ejemplo: Ἱππος ἐστι ζῳον ὅ ἐστι πατηρ ὄνῳ ἡμιονου.

Derivado etimológico: Zoológico, zootomía, protozoo, zoofilia, zoofobia.