δρυμός, οῦ

external image zarza.jpg

arbusto, matorral

δάκτυλος, ου

dedo


δάπεδον

external image 19710343_4d9a25e6f3.jpg?v=0

Suelo










δεινός, ή, όν


Terrible


δημοκρατία, -ας, ἡ

democracia



external image pericles.jpg

Caso
Singular

Plural
Nominativo
δημοκρατίᾱ

δημοκρατίαι
Vocativo
δημοκρατίᾱ

δημοκρατίαι
Acusativo
δημοκρατίᾱν

δημοκρατίᾱς
Genitivo
δημοκρατίᾱς

δημοκρατιῶν
Dativo
δημοκρατίᾳ

δημοκρατίαις







δένδρον, ου τό


CC Yume.Sanakan
CC Yume.Sanakan

N
δένδρον
δένδρα
V
δένδρον
δένδρα
A
δένδρον
δένδρα
G
δένδρου
δένδρων
D
δένδρῳ
δένδροις

Árbol

Ejemplo: ταῦτ’ ἐστί τοι δένδρα ἥμερα

Derivados etimológicos: dendrita,



δέρμα, -ατος, τὸ

piel


external image FD5AD80754C5AD385F8BCEE007E00DEF.jpg






singular
plural
nominativo
τὸ δέρμα
τὰ δέρματα
acusativo
τὸ δέρμα
τὰ δέρματα
genitivo
τοῦ δέρματος
τῶν δερμάτων
dativo
τῷ δέρματι
τοῖς δέρμασι



δέκατος, -η, -ον

external image 1207911532rWTrjV.jpg
décimo




singular
plural






nominativo
δέκατος
δέκατη
δέκατον
δέκατοι
δέκαται
δέκατα
acusativo
δέκατον
δέκατην
δέκατον
δεκάτους
δέκατας
δέκατα
genitivo
δέκατου
δεκάτης
δέκάτου
δεκάτων
δεκατῶν
δεκάτων
dativo
δεκάτῷ
δεκάτῃ
δεκάτῷ
δεκάτοις
δεκάταις
δεκάτοις



δεξιά, ᾶς ἡ



N
δεξιά

V


A


G


D


Derecha

Ejemplo:

Derivados etimológicos:




δῆλος, η, ον


N
δῆλος
δήλη
δῆλον
A



G



D





N



A



G



D





Claro, evidente

Ejemplo:

Derivado etimológico:


δήμαρχος, ου ὁ


Demarco, jefe de un demo


δῆμος, ου ὁ


Demo



δημότης, ου, ὁ




Miembro de un demo, ciudadano




διά

Prep.

Con genitivo: por, a través de.
Ejemplo:

Con acusativo: durante, por, gracias a.
Ejemplo:

Derivados etimológicos:




διαφέρω

external image smalltallAP_450x340.jpg

διαφέρω
διαφέρεις
διαφέρει(ν)
διαφέρομεν
διαφέρετε
διαφέρουσι(ν)

Diferenciarse


διαλέγομαι

4346388180_cff95304fe_m[1].JPG


Dialogar

Ejemplo:

ἐν ᾧ δὲ ὑφαίνουσιν, διαλέγονται ἀλλήλαις





διάλογος, -ου, ὁ


conversación
external image %25CE%25B4%25CE%25B9%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25BF%25CE%25B3%25CE%25BF%25CF%2582.JPG







N
διάλογος
διάλογοι
A
διάλογον
διαλόγους
G
διαλόγου
διαλόγων
D
διαλόγ
διαλόγοις




external image profesor.gif

διδάσκαλος, -η


maestro





διδάσκω

enseñar


διδάσκω φυσικήν.

external image feynman5.jpg

διδάσκω
διδάσκεις
διδάσκει
διδάσκομεν
διδάσκετε
διδάσκουσι





external image taburete+romano+de+hierro+forjado+quito+pichincha+ecuador__1D44EE_1.jpg

δίφρος, ου, ὁ

asiento, taburete, silla plegable.


singular
plural
nominativo
δίφρoς
δίφροι
acusativo
δίφρον
δίφρους
genitivo
δίφρου
δίφρων
dativo
δίφρῳ
δίφροις



ὁ δίφρος ἐστι ἐν τῇ οἰκίᾳ
la silla esta en la casa



δύο


external image numero%202marta.png


SIGNIFICADO: Dos
DERIVADOS: duodecimo